Η νέα στρατηγική της Ε.Ε. για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες

Η νέα στρατηγική της Ε.Ε. για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες

Στις 7 Νοεμβρίου 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση,με την οποία επιβεβαιώνει τη δέσμευσή της για την προστασία των πολιτών και του περιβάλλοντος από επικίνδυνες χημικές ουσίες.Η ανακοίνωση αποτελεί συνέχεια της δέσμευσης, που ανέλαβε η Επιτροπή το περασμένο έτος,κατά τη συνεργασία της με τα κράτη μέλη για τα κριτήρια προσδιορισμού των ενδοκρινικών διαταρακτών στους τομείς των φυτοφαρμάκων και των βιοκτόνων.

Οι ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι χημικές ουσίες που τροποποιούν τη λειτουργία του ορμονικού συστήματος και, ως εκ τούτου, επηρεάζουν αρνητικά την υγεία του ανθρώπου και των ζώων σύμφωνα με τους ακόλουθους μηχανισμούς:

  • μιμούμενοι την δάση μιας φυσικά παραγόμενης ορμόνης (πχ. οιστρογόνα, τεστοστερόνη), προκαλώντας όμοιες χημικές αντιδράσεις στον οργανισμό.
  • αναστέλλοντας την δράση των ορμονικών υποδοχέων στα κύτταρα, αποτρέποντας τελικά τη δράση των φυσικών ορμονών.
  • επηρεάζοντας την σύνθεση, μεταφορά, μεταβολισμό και απέκριση ορμονών, αλλοιώνοντας τελικά τις συγκεντρώσεις των φυσικών ορμονών.
 

Οι ανησυχίες για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες αυξάνονται από τη δεκαετία του 1990. Έπειτα από την έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψηφίσματος σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες το 1998, τον Δεκέμβριο του 1999 η Επιτροπή ενέκρινε την κοινοτική στρατηγική για τους ενδοκρινικούς διαταράκτες, η οποία προωθήθηκε έκτοτε, μέσω δράσεων στους τομείς της έρευνας, της νομοθεσίας και της διεθνούς συνεργασίας.

 

Στην Ε.Ε. έχουν θεσπιστεί ειδικές διατάξεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ενδοκρινικών διαταρακτών στη νομοθεσία για τις χημικές ουσίες (REACH). Επιπροσθέτως, στους τομείς των υλικών και αντικειμένων που προορίζονται για επαφή με τα τρόφιμα, των παιχνιδιών και των καλλυντικών οι ουσίες με ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη αποτέλεσαν αντικείμενο κατά περίπτωση ρυθμιστικής δράσης όπως άλλες χημικές ουσίες με επικίνδυνες ιδιότητες. Κατά συνέπεια, πολλές ουσίες με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής έχουν απαγορευτεί ή η έκθεση σε αυτές έχει ελαχιστοποιηθεί στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά και πρακτικά εφικτό.

Η στρατηγική προσέγγιση της Ε.Ε. στο ζήτημα των ενδοκρινικών διαταρακτών θα εξακολουθήσει να βασίζεται σταθερά στην επιστήμη και στην εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης με τους εξής στόχους: 

– την ελαχιστοποίηση της συνολικής έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες, με ιδιαίτερη προσοχή σε σημαντικές περιόδους της ζωής, όπως η εγκυμοσύνη και η εφηβεία.
– την επιτάχυνση της διεξοδικής έρευνας, ώστε να καταστεί αποτελεσματική και μακρόπνοη η διαδικασία λήψης αποφάσεων.
– τη προώθηση ενεργού διαλόγου. που θα δώσει τη δυνατότητα σε όλους τους ενδιαφερομένους να εκφράσουν τις απόψεις τους και να συνεργαστούν. 

Για πρώτη φορά η Επιτροπή θα δρομολογήσει διεξοδική εξέταση της νομοθεσίας που διέπει τους ενδοκρινικούς διαταράκτες μέσω ελέγχου καταλληλότητας ο οποίος θα βασίζεται στα στοιχεία που έχουν ήδη συλλεχθεί και αναλυθεί. Χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η γενική επιστημονικά τεκμηριωμένη ενωσιακή προσέγγιση σε θέματα διαχείρισης των χημικών ουσιών, ο έλεγχος καταλληλότητας θα περιλαμβάνει αξιολόγηση της ισχύουσας νομοθεσίας, ως προς τον βαθμό που επιτυγχάνει τους στόχους της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. 

Η Ε.Ε. έχει ήδη παράσχει ευρεία στήριξη στην έρευνα σχετικά με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες. Έχει χρηματοδοτήσει πάνω από 50 έργα,με περισσότερα από 150 εκατ. ευρώ τα οποία έχουν χορηγηθεί για διάφορα προγράμματα-πλαίσια έρευνας και καινοτομίας. Ένα επιπλέον ποσό 52 εκατ. ευρώ έχει διατεθεί στο πλαίσιο του «Horizon 2020″ για έργα σχετικά με δοκιμές και μεθόδους διαλογής.

Στην Γραμματεία του ΣΥΒΙΠΥΣ υπάρχουν διαθέσιμα προς τα τακτικά μέλη: η Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, Τεχνικές Μελέτες, πρακτικά Συνεδρίων, λίστες προτεραιότητας EDS και πλούσια βιβλιογραφία για τα υλικά συσκευασίας. 

Με εκτίμηση,
Μίλτος Μέλλιος
Διευθυντής Γραμματείας